Κλείσιμο

Μπλανσάρ: Το ντιμπέιτ για το ελληνικό πρόγραμμα

Ευθύνεται το Μνημόνιο της Ελλάδας με την τρόικα για τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα; Εχει υπάρξει πολλή συζήτηση για το θέμα αυτό στην Ελλάδα, και πιο πρόσφατα η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στο έργο του ΔΝΤ σε ό,τι αφορά τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές, με τον ισχυρισμό ότι κάποια λάθη στον αρχικό σχεδιασμό του προγράμματος ευθύνονται για το βάθος της ύφεσης.

Είναι βεβαίως ορθό ότι η Ελλάδα απέδωσε κάτω από τις προβλέψεις: η παραγωγή μειώθηκε δραστικά, η ανεργία αυξήθηκε σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα, και ο πληθωρισμός δεν υποχώρησε όσο αναμενόταν. Αλλά το να συνδέει κανείς αυτό με τον σχεδιασμό του προγράμματος συνιστά ριζική παρερμηνεία των ιστορικών δεδομένων και της έρευνας του ΔΝΤ σε ό,τι αφορά τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα προέρχονται βασικά από υπερβολές του παρελθόντος. Το 2009 τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος είχαν φθάσει σε κρίσιμα επίπεδα και η Ελλάδα είχε ήδη εισέλθει σε ύφεση.

Τεράστια εμπορικά ελλείμματα έδειχναν μια οικονομία που είχε απολέσει την ανταγωνιστικότητά της. Δεν υπήρχε σύντομη οδός προς την αναγκαία προσαρμογή, ένα γεγονός που επιδεινώθηκε από την απώλεια της πρόσβασης στις αγορές.

Για να πετύχει το πρόγραμμα όπως είχε σχεδιασθεί, η Ελλάδα χρειαζόταν να πάνε πολλά πράγματα καλά. Σε ένα πρόγραμμα κρίσης υπάρχουν πάντα άγνωστες πτυχές. Οι υποθέσεις βασίζονται σε παλαιότερα στοιχεία, και στους καλύτερους δυνατούς υπολογισμούς σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της δημοσιονομικής πολιτικής, των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών στις εξαγωγές, την κατάσταση των τραπεζών και τις πιστωτικές συνθήκες, κ.λπ.

Σε ό,τι αφορά τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή, είναι ένα από τα πολλά συστατικά που πιθανώς επηρεάζουν τα οικονομικά αποτελέσματα, και στην περίπτωση της Ελλάδας η επίπτωσή του ελαχιστοποιήθηκε από άλλους απρόβλεπτους παράγοντες. Σε αντίθεση με τις προσδοκίες, η Ελλάδα υπέμεινε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας και ανεπαρκούς εφαρμογής του προγράμματος. Η εκροή καταθέσεων προκάλεσε μεγάλο περιορισμό της ρευστότητας και των πιστωτικών συνθηκών, η εμπιστοσύνη των επενδυτών κατέρρευσε, και πολλοί -εντός και εκτός Ελλάδας- άρχισαν να αμφισβητούν τις προοπτικές παραμονής της Ελλάδας εντός της Ευρωζώνης. Η σταθερή εμβάθυνση της κρίσης εμπιστοσύνης ήταν, μακράν, η κύρια αιτία για την πολύ βαθύτερη της αναμενόμενης ύφεση.

Το σημαντικό θέμα είναι πως το πρόγραμμα τροποποιήθηκε, καθώς όλοι μάθαμε και προσαρμόσαμε τις εκτιμήσεις μας. Για παράδειγμα, υπό την παρότρυνση του ΔΝΤ, το χρονοδιάγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής επιμηκύνθηκε κατά δύο χρόνια, το ύψος της συνολικής προσαρμογής περιορίσθηκε και το μέγεθος του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή αυξήθηκε.

Και όταν η οικονομία παρασύρθηκε σε έναν αντίρροπο κύκλο υψηλού χρέους, χαμηλής αξιοπιστίας και βαθιάς ύφεσης, το ΔΝΤ πίεσε την Ελλάδα και την Ευρώπη για μια λύση στο πρόβλημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Η Ελλάδα αναδιάρθρωσε τα χρέη της με τους ιδιώτες πιστωτές της, και έλαβε περαιτέρω βοήθεια από τους Ευρωπαίους εταίρους της με τη μορφή σημαντικών χρηματοδοτήσεων.

Κοιτώντας μπροστά, τι πρέπει να γίνει; Με δεδομένη τη θέση χρέους της Ελλάδας και τις υφιστάμενες πηγές χρηματοδότησης, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να συνεχισθεί η συνετή δημοσιονομική συρρίκνωση, όπως έχει σχεδιαστεί, όπου η χώρα έχει ήδη πετύχει σημαντική πρόοδο. Για να διασφαλισθεί ότι αυτή η συρρίκνωση είναι κοινωνικά δίκαιη και έχει ευρεία πολιτική υποστήριξη, είναι αναγκαίο να πληρώνουν οι πλούσιοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες το μέρος των φόρων που τους αναλογεί.

Πιο σημαντικό είναι να δοθεί προτεραιότητα στην υπερπήδηση

βαθιά ριζωμένων αντιστάσεων στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να διασφαλισθεί η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσα από την υψηλότερη παραγωγικότητα και όχι τις επώδυνες μισθολογικές περικοπές.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας έχουν υπογραμμίσει ότι θα κάνουν «ό,τι απαιτείται» για να βοηθήσουν, όσο το πρόγραμμα παραμένει στη σωστή πορεία. Επομένως, το κλειδί για την επίλυση της κρίσης εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων.

* Ο κ. Ολιβιέ Μπλανσάρ είναι επικεφαλής οικονομολόγος και διευθυντής του Τμήματος Ερευνών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Πηγή: skai.gr